θύρσος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Διόνυσος με θύρσο ιππεύει πάνθηρα, Αρχαιολογικό Μουσείο Πέλλας
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θύρσος θύρσοι
γενική θύρσου θύρσων
αιτιατική θύρσο θύρσους
κλητική θύρσε θύρσοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θύρσος < αρχαία ελληνική θύρσος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈθir.sɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θύρσος αρσενικό

  1. μακρό ευθύγραμμο ραβδί φυσικής προέλευσης, με φουντωτό άνθος κισσού και αμπέλου στην κορυφή του, συχνά δεμένο με κορδέλα, ως τελετουργικό εξάρτημα του Διονύσου και της συνοδείας του

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Σάτυρος και Μαινάδα με θύρσο. Αττικός ερυθρόμορφος κάνθαρος, περ. 460 π.Χ., Cabinet des médailles (De Ridder 849)

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική θύρσος θύρσω θύρσοι
Γενική θύρσου θύρσοιν θύρσων
Δοτική θύρσ θύρσοιν θύρσοις
Αιτιατική θύρσον θύρσω θύρσους
Κλητική θύρσε θύρσω θύρσοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θύρσος < μια γλώσσα της Ανατολίας, συγγενές με το ιερογλυφικό λουβικό tuwarsa- «αμπέλι».[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tʰýr.sos/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θύρσος αρσενικό

  1. θύρσος

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Αναφορές [επεξεργασία]

  1. Robert S. P. Beekes, Etymological Dictionary of Greek, Brill, Λέιντεν – Βοστώνη, 2010, τ. Α΄, σελ. 566.