θύσανος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θύσανος θύσανοι
γενική θυσάνου θυσάνων
αιτιατική θύσανο θυσάνους
κλητική θύσανε θύσανοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θύσανος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θύσανος αρσενικό

  1. νήματα δεμένα μαζί σε ένα άκρο τους ενώ αφήνονται να κινούνται ελεύθερα στο άλλο άκρο, η φούντα
  2. είδος σύννεφου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]