θώπεκας
Εμφάνιση
Ποντιακά (pnt)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- θώπεκας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική θώς+ ἀλώπηξ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]θώπεκας αρσενικό
Πηγές
[επεξεργασία](Χρειάζεται τεκμηρίωση…)