Μετάβαση στο περιεχόμενο

θώραξ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : Θώραξ

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
θωρᾱκ-
ονομαστική ὁ θώραξ οἱ θώρακες
      γενική τοῦ θώρακος τῶν θωράκων
      δοτική τῷ θώρακῐ τοῖς θώραξῐ(ν)
    αιτιατική τὸν θώρακᾰ τοὺς θώρακᾰς
     κλητική ὦ! θώραξ θώρακες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  θώρακε
γεν-δοτ τοῖν  θωράκοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'φύλαξ' όπως «φύλαξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θώραξ < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

θώραξ αρσενικό

  1. (οπλισμός) θώρακας
    ※  5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ξενοφῶν, Κύρου Ἀνάβασις, Δ, 7.15
    εἶχον δὲ θώρακας λινοῦς μέχρι τοῦ ἤτρου, ἀντὶ δὲ τῶν πτερύγων σπάρτα πυκνὰ ἐστραμμένα.
    Φορούσαν θώρακες λινούς που έφταναν ως το κάτω μέρος της κοιλιάς, κι είχαν στη θέση των φτερών σχοινιά από σφιχτοπλεγμένα σπάρτα.
    Μετάφραση (1981): Γεώργιος Δ. Ζευγώλης. Αθήνα:ΟΕΔΒ @greek‑language.gr
  2. (ανατομία) o θώρακας

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]