θώς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θώς < αρχαία ελληνική θώς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θώς αρσενικό


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική θώς θῶε θῶες
Γενική θωός θωοῖν θώων
Δοτική θωί θωοῖν θωσί(ν)
Αιτιατική θῶ θῶε θῶᾰς
Κλητική θώς θῶε θῶες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θώς < θῶσθαι ή προελληνική

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θώς αρσενικό ή θηλυκό

  1. (κυριολεκτικά) αυτός που καταβροχθίζει
  2. (ζωολογία) το τσακάλι
    • ὢ πόποι ἦ μέγα θαῦμα τόδ' ὀφθαλμοῖσιν ὁρῶμαι / δεινόν, ὃ οὔ ποτ' ἔγωγε τελευτήσεσθαι ἔφασκον, / Τρῶας ἐφ' ἡμετέρας ἰέναι νέας, οἳ τὸ πάρος περ / φυζακινῇς ἐλάφοισιν ἐοίκεσαν, αἵ τε καθ' ὕλην / θώων παρδαλίων τε λύκων τ' ἤϊα πέλονται / αὔτως ἠλάσκουσαι ἀνάλκιδες, οὐδ' ἔπι χάρμη. (Όμηρος, Ἰλιάς, Ν 99-104)
    • ἔτι δ' ὅσα πολυσχιδῆ τῶν τετραπόδων, οἷον κύων, λέων, λύκος, ἀλώπηξ, θώς, πάντα τυφλὰ γεννᾷ, καὶ διίσταται τὸ βλέφαρον γενομένων ὕστερον. (Αριστοτέλης, Περὶ ζᾠων γενέσεως, 742a)