ιατρείων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

ιατρείων ουδέτερο

  1. ιατρείο, στη γενική του πληθυντικού