ιατροδικαστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ιατροδικαστής ιατροδικαστές
γενική ιατροδικαστή ιατροδικαστών
αιτιατική ιατροδικαστή ιατροδικαστές
κλητική ιατροδικαστή ιατροδικαστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιατροδικαστής < ιατρο- + δικαστής ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική médecin légiste)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ιατροδικαστής αρσενικό ή θηλυκό (θηλυκό & ιατροδικαστίνα)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]