Μετάβαση στο περιεχόμενο

ιβηρίδα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ιβηρίδα οι ιβηρίδες
      γενική της ιβηρίδας των ιβηρίδων
    αιτιατική την ιβηρίδα τις ιβηρίδες
     κλητική ιβηρίδα ιβηρίδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ιβηρίδα < ελληνιστική κοινή ἰβηρίς

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ιβηρίδα θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]