ιδαλγός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ιδαλγός οι ιδαλγοί
      γενική του ιδαλγού των ιδαλγών
    αιτιατική τον ιδαλγό τους ιδαλγούς
     κλητική ιδαλγέ ιδαλγοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιδαλγός < γαλλική idalgo < ισπανική hidalgo < hijo de algo[1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ιδαλγός αρσενικό

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • Συχνά συγχέεται με την έννοια του "ιδεολόγου", επειδή ο ιδαλγός, σαν παιδί καλής οικογένειας, είναι μορφωμένος και συνειδητός πολίτης, επομένως μπορεί να αναδειχτεί σε ηγετικούς ρόλους ως διανοούμενος.

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. που σημαίνει "ο γιος κάποιου", εννοείται κάποιου σημαντικού