ιδιάζων

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ιδιάζων ιδιάζουσα ιδιάζον
γενική ιδιάζοντος ιδιάζουσας
(ιδιαζούσης)
ιδιάζοντος
αιτιατική ιδιάζοντα ιδιάζουσα ιδιάζον
κλητική ιδιάζων ιδιάζουσα ιδιάζον
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ιδιάζοντες ιδιάζουσες ιδιάζοντα
γενική ιδιαζόντων ιδιαζουσών ιδιαζόντων
αιτιατική ιδιάζοντες ιδιάζουσες ιδιάζοντα
κλητική ιδιάζοντες ιδιάζουσες ιδιάζοντα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιδιάζων < (λόγιο) < ελληνιστική κοινή ἰδιάζων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ἰδιάζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ιδιάζων, -ουσα, -ον

  • που έχει εντελώς ιδιαίτερα, μοναδικά χαρακτηριστικά ή ένα χαρακτηριστικό σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό
    ιδιάζουσα συμπεριφορά
    συγγραφέας με ιδιάζουσα γραφή
    ιδιάζουσα περίπτωση
    ιδιάζοντα χαρακτηριστικά

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]