ιδιοκτησιακός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιδιοκτησιακός < ιδιοκτησία

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ði.ɔ.kti.si.a.ˈkɔs/

Επίθετο[επεξεργασία]

ιδιοκτησιακός, -ή, -ό

το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου δεν είναι απολύτως ξεκάθαρο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]