ιδιωματικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ιδιωματικός ιδιωματική ιδιωματικό
γενική ιδιωματικού ιδιωματικής ιδιωματικού
αιτιατική ιδιωματικό ιδιωματική ιδιωματικό
κλητική ιδιωματικέ ιδιωματική ιδιωματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ιδιωματικοί ιδιωματικές ιδιωματικά
γενική ιδιωματικών ιδιωματικών ιδιωματικών
αιτιατική ιδιωματικούς ιδιωματικές ιδιωματικά
κλητική ιδιωματικοί ιδιωματικές ιδιωματικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιδιωματικός < ιδίωμα (γενική ιδιώματ-ος) + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ιδιωματικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται σε ένα γλωσσικό ιδίωμα ή σε έναν ιδιωματισμό
    • φρασεολογικής σημασίας που διαφέρει από την σημασία που δημιουργούν/γεννούν τα συστατικά του, ακόμα κι όταν αλληλεπιδρούν

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]