ιδιωτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ιδιωτικός ιδιωτική ιδιωτικό
γενική ιδιωτικού ιδιωτικής ιδιωτικού
αιτιατική ιδιωτικό ιδιωτική ιδιωτικό
κλητική ιδιωτικέ ιδιωτική ιδιωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ιδιωτικοί ιδιωτικές ιδιωτικά
γενική ιδιωτικών ιδιωτικών ιδιωτικών
αιτιατική ιδιωτικούς ιδιωτικές ιδιωτικά
κλητική ιδιωτικοί ιδιωτικές ιδιωτικά


Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιδιωτικός < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

ιδιωτικός

  1. σχετικός με έναν ιδιώτη, ένα άτομο ως ξεχωριστή προσωπικότητα και όχι ως μέλος ενός συνόλου
    ιδιωτική ζωή
     συνώνυμα: προσωπικός
  2. που ανήκει σε και διευθύνεται από έναν ιδιώτη επιχειρηματία και όχι από το δημόσιο
    ιδιωτικό σχολείο

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]