ιδιόλεκτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ιδιόλεκτος ιδιόλεκτοι (ιδιόλεκτες)
γενική ιδιολέκτου ιδιολέκτων
αιτιατική ιδιόλεκτο ιδιολέκτους (ιδιόλεκτες)
κλητική (ιδιόλεκτο) ιδιόλεκτοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ιδιόλεκτος < ίδιος + λέγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ιδιόλεκτος θηλυκό (και ιδιόλεκτο ουδέτερο)

  1. ο ιδιαίτερος ατομικός τρόπος με τον οποίο ένας ομιλητής πραγματώνει τη γλώσσα στην προφορική του επικοινωνία
  2. το γλωσσικό ιδίωμα ατόμου ή περιορισμένου κύκλου ατόμων (οικογένεια)

32πχ Μεταφράσεις[]