ιδιόλεκτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ιδιόλεκτος ιδιόλεκτοι
γενική ιδιολέκτου ιδιολέκτων
αιτιατική ιδιόλεκτο ιδιολέκτους
κλητική ιδιόλεκτε
ιδιόλεκτο*
ιδιόλεκτοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιδιόλεκτος < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική idiolect < idio- < ιδιο- < ίδιος + -lect > -λεκτο(ν) < λέγω, όπως το dialect, διάλεκτος[1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ιδιόλεκτος θηλυκό (και ιδιόλεκτο ουδέτερο)

  1. (γλωσσολογία) ο ιδιαίτερος ατομικός τρόπος με τον οποίο ένας ομιλητής πραγματώνει τη γλώσσα στην προφορική του επικοινωνία
  2. το γλωσσικό ιδίωμα ατόμου ή περιορισμένου κύκλου ατόμων (οικογένεια)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. ιδιόλεκτος στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.