ιδιώνυμο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ιδιώνυμο τα ιδιώνυμα
      γενική του ιδιωνύμου
ιδιώνυμου
των ιδιωνύμων
    αιτιατική το ιδιώνυμο τα ιδιώνυμα
     κλητική ιδιώνυμο ιδιώνυμα
όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιδιώνυμο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ιδιώνυμος (το ιδιώνυμο αδίκημα)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ιδιώνυμο ουδέτερο

  1. αδίκημα που τιμωρείται με βάση ιδιαίτερο νόμο, διαχωριζόμενο από τη γενικότερη κατηγορία αδικημάτων και τιμωρείται με ξεχωριστές ποινές από τις συνηθισμένες
    απαγορεύεται η θέσπιση ιδιώνυμων υπουργικών αδικημάτων κατά το αρθ. 86 § 1 Σ. που σημαίνει ότι η ποινική ευθύνη υπέχεται σε μέλη της κυβέρνησης ή υφυπουργούς κατόπιν δίωξης που μπορεί να ασκηθεί μόνο από τη Βουλή
  2. πρόκειται για τον Ν. 4229/1929 «περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών που ποινικοποιούσε τις ανατρεπτικές ιδέες», ο οποίος στρέφονταν κατά της κομμουνιστικής ιδεολογίας, τον οποίο πέρασε ο Βενιζέλος ως Πρωθυπουργός με τον Τσαλδάρη στην αντιπολίτευση
    τον αποκλεισμό από τα ΜΜΕ της εποχής, τις διώξεις και την περιθωριοποίηση από το πολιτικό κατεστημένο βίωναν οι οπαδοί του (φιλορωσικού) Κομμουνισμού επισήμως μετά την ψήφιση του ιδιωνύμου το 1929

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]