ιδροκόπι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική το ιδροκόπι
      γενική
    αιτιατική το ιδροκόπι
     κλητική ιδροκόπι
όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιδροκόπι < ιδροκοπώ +

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ιδροκόπι ουδέτερο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]