ιδρύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἱδρύω

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιδρύω < αρχαία ελληνική ἱδρύω < πρωτοελληνική *heďďomai < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sed-ye- < *sed- (κάθομαι)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ιδρύω, παρατ.: ίδρυα, στιγμ. μέλλ.: θα ιδρύσω, αόρ.: ίδρυσα , παθ.φωνή: ιδρύομαι

  1. δημιουργώ, παίρνω την πρωτοβουλία της δημιουργίας για
    • νομικό πρόσωπο ή οργανισμό
    • πόλη (χτίζω)
    • κοινόχρηστο οικοδόμημα (χτίζω)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]