ιεραρχία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἱεραρχία

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [<img src="//upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/e/e2/Nuvola_apps_kedit.png/15px-Nuvola_apps_kedit.png" width="15" height="15" />]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ιεραρχία ιεραρχίες
γενική ιεραρχίας ιεραρχιών
αιτιατική ιεραρχία ιεραρχίες
κλητική ιεραρχία ιεραρχίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [<img src="//upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/e/e2/Nuvola_apps_kedit.png/15px-Nuvola_apps_kedit.png" width="15" height="15" />]

ιεραρχία < ελληνιστική κοινή ἱεραρχία (2, 3: σημασιολογικό δάνειο από γαλλική hiérarchie < μεσαιωνική λατινική hierarchia < ελληνιστική κοινή ἱεραρχία)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[<img src="//upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/e/e2/Nuvola_apps_kedit.png/15px-Nuvola_apps_kedit.png" width="15" height="15" />]

ιεραρχία θηλυκό

  1. (θρησκεία) το σύνολο των ιεραρχών μιας (ορθόδοξης) εκκλησίας
  2. (κατ’ επέκταση) οι θέσεις μιας υπηρεσίας (πολιτικής ή στρατιωτικής) που βρίσκονται σε κλιμακωτή σχέση εξάρτησης η καθεμιά από κάποια ανώτερή της
  3. (κατ’ επέκταση) η κλιμακωτή κατάταξη (προσπώπων, πραγμάτων, άυλων όντων κ.λπ.) σε βαθμίδες, από την κατώτερη προς κάποια ανώτερη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[<img src="//upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/e/e2/Nuvola_apps_kedit.png/15px-Nuvola_apps_kedit.png" width="15" height="15" />]

32πχ Μεταφράσεις[<img src="//upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/e/e2/Nuvola_apps_kedit.png/15px-Nuvola_apps_kedit.png" width="15" height="15" />]