ιερεμιάδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ιερεμιάδα ιερεμιάδες
γενική ιερεμιάδας ιερεμιάδων
αιτιατική ιερεμιάδα ιερεμιάδες
κλητική ιερεμιάδα ιερεμιάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιερεμιάδα < γαλλική jérémiade

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ɛ.ɾɛ.mi.ˈa.ða/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ιερεμιάδα θηλυκό

κάθε χρόνο, τέτοια εποχή, αρχίζουν οι γνωστές ιερεμιάδες
συνώνυμα: θρηνολογία, κλάψα, μεμψιμοιρία, παράπονο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]