ιερεμιάδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ιερεμιάδα οι ιερεμιάδες
      γενική της ιερεμιάδας των ιερεμιάδων
    αιτιατική την ιερεμιάδα τις ιερεμιάδες
     κλητική ιερεμιάδα ιερεμιάδες
όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιερεμιάδα < γαλλική jérémiade

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ɛ.ɾɛ.mi.ˈa.ða/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ιερεμιάδα θηλυκό

κάθε χρόνο, τέτοια εποχή, αρχίζουν οι γνωστές ιερεμιάδες
 συνώνυμα: θρηνολογία, κλάψα, μεμψιμοιρία, παράπονο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]