Μετάβαση στο περιεχόμενο

ιεροδίκης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ιεροδίκης οι ιεροδίκες
      γενική του ιεροδίκη των ιεροδικών
    αιτιατική τον ιεροδίκη τους ιεροδίκες
     κλητική ιεροδίκη ιεροδίκες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ιεροδίκης, μαρτυρείται από το 1969 ως «ἱεροδίκης»[1] < ιερο- + -δίκης

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /i.e.ɾoˈði.cis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ιεροδίκης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ιεροδίκης αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ἱεροδίκης, σελ.485, Τόμος Α΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου
  2. ιεροδίκης - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)