ιερολαγονίτιδα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ιερολαγονίτιδα (νεολογισμός) < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ιερολαγονίτιδα θηλυκό
- (πάθηση, ιατρική, νεολογισμός) φλεγμονώδης πάθηση της μίας ή και των δύο ιερολαγονίων αρθρώσεων η οποία μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την καθημερινότητα του ασθενούς λόγω του πόνου και της δυσκαμψίας στο κάτω μέρος της πλάτης και στα πόδια
- ※ Στο 90% των περιπτώσεων η νόσος αρχίζει ως ιερολαγονίτιδα και στη συνέχεια δύναται να προσβληθεί ολόκληρη η σπονδυλική στήλη (ΣΣ) με τη μορφή σπονδυλίτιδας, σπονδυλοδισκίτιδας και αρθρίτιδας των μικρών μεσοσπονδύλιων αρθρώσεων.
- Κώνστα Μαρία, Βιοδείκτες ακτινολογικής εξέλιξης στην αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα, διδακτορική διατριβή, (ΕΚΠΑ), Σχολή Επιστημών Υγείας. Τμήμα Ιατρικής. Τομέας Παθολογίας. Κλινική Α' Προπαιδευτική Παθολογική και Ειδική Νοσολογία, Αθήνα 2016, σελ. 35
- ※ H ιερολαγονίτιδα είναι η φλεγμονή της ιερολαγόνιου άρθρωσης που μπορεί να οφείλεται σε τραυματισμό, πτώση, κινήσεις που επιβαρύνουν την ίδια την άρθρωση, πολύωρη καθιστική θέση. Τα αναφερόμενα συμπτώματα είναι ο πόνος και η δυσκαμψία στην περιοχή των γλουτών, της μέσης, των κάτω άκρων. Η απλή ακτινογραφία, η αξονική και η μαγνητική τομογραφία επιβεβαιώνουν την διάγνωση της ιερολαγονίτιδας.
- Ιερολαγονίτιδα, @meganalysis.gr
- ※ Οι ασθενείς χωρίς ακτινογραφική ιερολαγονίτιδα και με κανένα ή μόνο ένα χαρακτηριστικό σπονδυλαρθρίτιδας, αλλά μια θετική δοκιμή για HLA-B27, θα πρέπει να αξιολογούνται για ιερολαγονίτιδα με μαγνητική τομογραφία.
- Σκεπαστιανός Βασίλειος, Σχέση πολυμορφισμών του γονιδίου PTPN22 με τις σπονδυλοαθροπάθειες, μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Σχολή Επιστημών Υγείας. Τμήμα Ιατρικής, Θεσσαλονίκη 2020, σελ. 27
- ※ Στο 90% των περιπτώσεων η νόσος αρχίζει ως ιερολαγονίτιδα και στη συνέχεια δύναται να προσβληθεί ολόκληρη η σπονδυλική στήλη (ΣΣ) με τη μορφή σπονδυλίτιδας, σπονδυλοδισκίτιδας και αρθρίτιδας των μικρών μεσοσπονδύλιων αρθρώσεων.
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Sacroiliitis στην αγγλική Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ιερολαγονίτιδα
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αρθρίτιδα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Παθήσεις (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)