Μετάβαση στο περιεχόμενο

ιεροφάντισσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]


 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ιεροφάντισσα οι ιεροφάντισσες
      γενική της ιεροφάντισσας των ιεροφαντισσών
    αιτιατική την ιεροφάντισσα τις ιεροφάντισσες
     κλητική ιεροφάντισσα ιεροφάντισσες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ιεροφάντισσα < ιεροφάντης + κατάληξη θηλυκού -ισσα


Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ιεροφάντισσα θηλυκό

 δείτε τη λέξη ιεροφάντης

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]