ιζηματογενής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ιζηματογενής ιζηματογενής ιζηματογενές
γενική ιζηματογενούς ιζηματογενούς ιζηματογενούς
αιτιατική ιζηματογενή ιζηματογενή ιζηματογενές
κλητική ιζηματογενή(ής) ιζηματογενής ιζηματογενές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ιζηματογενείς ιζηματογενείς ιζηματογενή
γενική ιζηματογενών ιζηματογενών ιζηματογενών
αιτιατική ιζηματογενείς ιζηματογενείς ιζηματογενή
κλητική ιζηματογενείς ιζηματογενείς ιζηματογενή

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιζηματογενής < ίζημα + -ο- + -γενής

Επίθετο[επεξεργασία]

ιζηματογενής

  • (γεωλογία) που σχηματίζεται από ιζήματα
    ιζηματογενείς προσχώσεις, ιζηματογενή πετρώματα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]