ιζηματογόνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πίνακας κλίσης υπό κατασκευή

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιζηματογόνος < ιζηματ(ος) + -ο- + -γόνος

Επίθετο[επεξεργασία]

ιζηματογόνος αρσενικό

  • που προκαλεί δημιουργία ιζήματος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]