ικανοποιημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ικανοποιημένος ικανοποιημένη ικανοποιημένο
γενική ικανοποιημένου ικανοποιημένης ικανοποιημένου
αιτιατική ικανοποιημένο ικανοποιημένη ικανοποιημένο
κλητική ικανοποιημένε ικανοποιημένη ικανοποιημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ικανοποιημένοι ικανοποιημένες ικανοποιημένα
γενική ικανοποιημένων ικανοποιημένων ικανοποιημένων
αιτιατική ικανοποιημένους ικανοποιημένες ικανοποιημένα
κλητική ικανοποιημένοι ικανοποιημένες ικανοποιημένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ικανοποιημένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ικανοποιώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ικανοποιημένος, -η, -ο

  • που αισθάνεται καλά, επειδή πραγματοποιήθηκε μια επιθυμία του
    Είναι πολύ ικανοποιημένη που επιτέλους πήρε το πτυχίο της

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]