ιμιδαζόλια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιμιδαζόλια < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ιμιδαζόλια ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. (φαρμακευτική) επιμέρους κατηγορία των αντιμικροβιακών φαρμάκων, που χορηγούνται κατά των λοιμώξεων.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]