ιντερέσο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιντερέσο < ιταλική interesso (παρωχημένο) < interessare

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ιντερέσο ουδέτερο

  1. το συμφέρον
  2. (παρωχημένο) ο τόκος πάνω στο κεφάλαιο που κάποιος δανειζόταν, το επιτόκιο
    ζήτησε μεγάλο ιντερέσο για 5 000 δραχμές επειδή τον βρήκε σε ανάγκη τον ανθρωπάκο
  3. (παρωχημένο) (μεταφορικά) οι « προσωπικές υποθέσεις » ενός ατόμου, αυτές που δεν αφορούν κανέναν άλλο
    αυτό είναι δικό μου ιντερέσο και να μην ασχοληθείς ξανά με το γάμο μου
    κοίτα τα ιντερέσα σου κι ασε μας ήσυχους

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]