ιξώδες

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιξώδες < ουδέτερο του ιξώδης < από την κολλώδη ουσία ιξός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ιξώδες ουδέτερο

  1. (φυσική), (χημεία) η αντίσταση που παρουσιάζουν κατά τη ροή τους ιδίως τα υγρά και τα αέρια που αποτελεί μία από τις ιδιότητες της ύλης

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]