ιππάριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ιππάριο τα ιππάρια
      γενική του ιππαρίου
& ιππάριου
των ιππαρίων
& ιππάριων
    αιτιατική το ιππάριο τα ιππάρια
     κλητική ιππάριο ιππάρια
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιππάριο < ελληνιστική κοινή ἱππάριον < αρχαία ελληνική ἵππος (2. (σημασιολογικό δάνειο) νεολατινική hipparion)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ιππάριο ουδέτερο

  1. (ζωολογία) (λόγιο) υποκοριστικό του ίππος
     συνώνυμα: αλογάκι
  2. (παλαιοντολογία) (ζωολογία) είδος προϊστορικού αλόγου / ίππου
  3. (αστερισμός) (συνήθως με κεφαλαίο αρχικό: Ιππάριο / Ιππάριον) αστερισμός

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]