ιπποδύναμη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιπποδύναμη < ίππος + δύναμη < αγγλική horsepower (νεολογισμός του James Watt από το 1782)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ιπποδύναμη θηλυκό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]