ιπτάμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ιπτάμενος ιπτάμενη ιπτάμενο
γενική ιπτάμενου ιπτάμενης ιπτάμενου
αιτιατική ιπτάμενο ιπτάμενη ιπτάμενο
κλητική ιπτάμενε ιπτάμενη ιπτάμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ιπτάμενοι ιπτάμενες ιπτάμενα
γενική ιπτάμενων ιπτάμενων ιπτάμενων
αιτιατική ιπτάμενους ιπτάμενες ιπτάμενα
κλητική ιπτάμενοι ιπτάμενες ιπτάμενα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιπτάμενος < μετοχή ενεστώτα του ρήματος ίπταμαι

Μετοχή[επεξεργασία]

ιπτάμενος, -η, -ο

  1. που πετάει
    ιπτάμενος δίσκος
    ο ιπτάμενος Ολλανδός
  2. (ως ουσιαστικό) ο αξιωματικός της αεροπορίας που πετάει σε αντίθεση με το προσωπικό εδάφους

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]