ιριδοκήλη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ιριδοκήλη -
γενική ιριδοκήλης -
αιτιατική ιριδοκήλη -
κλητική ιριδοκήλη -

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιριδοκήλη < ίριδα + κήλη < αγγλική iridocele

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ɾi.ðɔ.ˈci.li/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ιριδοκήλη θηλυκό, μόνο στον ενικό


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]