ισαπέχων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ισαπέχων ισαπέχουσα ισαπέχον
γενική ισαπέχοντος ισαπέχουσας
(ισαπεχούσης)
ισαπέχοντος
αιτιατική ισαπέχοντα ισαπέχουσα ισαπέχον
κλητική ισαπέχων ισαπέχουσα ισαπέχον
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ισαπέχοντες ισαπέχουσες ισαπέχοντα
γενική ισαπεχόντων ισαπεχουσών ισαπεχόντων
αιτιατική ισαπέχοντες ισαπέχουσες ισαπέχοντα
κλητική ισαπέχοντες ισαπέχουσες ισαπέχοντα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ισαπέχων: μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ισαπέχω

Μετοχή[επεξεργασία]

ισαπέχων, -ουσα, -ον

  • που ισαπέχει, που βρίσκεται σε ίσες αποστάσεις από κάτι ή κάποιον


Μεταφράσεις[επεξεργασία]