ισαποστάκης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ισαποστάκης < ίσ(η) + απόστα(ση) + -άκης • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
- (μαρτυρείται από το 2015-2017) σύμφωνα με τον Σαραντάκο[1], αλλά υπάρχει ανάρτηση στο facebook ήδη από το 2012 (δες παράθεμα) και συνεχιζόμενη χρήση στα επόμενα χρόνια.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ισαποστάκης αρσενικό
- (νεολογισμός, μειωτικό) ισαποστάκιας
- ※ Ετσι χάθηκε η ωραία ελληνική μουσική καί κατάντησε νά λέγεται ελληνική μουσική η λαικουριά καί τά σκυλάδικα καί γλέντι τό σπάσιμο τών πιάτων στα πόδια των κακκιτεχνών, έτσι δημιούργησαν δειλούς νεοέλληνες γεμάτους λαϊκισμό, παρακμή, χωρίς αισθητική, παρτάκηδες, ισαποστακήδες γεμάτους πονηριά καί ρουφιανιά. (ανάρτηση στο Facebook, 19/02/2012)
- ※ στον πολιτικό λόγο έχει πλέον εμφανιστεί ένα ακόμα «πολιτικό φρούτο»: ο ισαποστάκης. Ως ισαποστάκηδες λοιπόν ας χαρακτηρίσουμε όλους όσοι δεν λαμβάνουν ποτέ ξεκάθαρη θέση, αλλά τηρούν ίση απόσταση και από τους δύο αντιπάλους. (Ισαποστάκηδες, πολιτική κορεκτίλα και «ναιμεναλλάδες», 8/4/2018, liberal.gr )
- ※ Σήμερα δε την τιμητική τους στο δημόσιο διάλογο έχουν οι λεγόμενοι «ισαποστάκηδες», μια κατηγορία εναντίον αυτών που δεν διαλέγουν στρατόπεδο...... Όποιος λέει όχι στην ατιμώρητη βία της εξουσίας, όχι σε διαδηλώσεις μέσα στην πανδημία αυτήν την κρίσιμη για τον τόπο ώρα, είναι «ισαποστάκης». Λοιπόν, δεν είναι. (Κωνσταντίνος Σκανδαλίδης, Πρακτικά της Βουλής, συνεδρίαση 11 Μαρτίου 2021, σελ. 9871 )
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Νίκος Σαραντάκος, Ισαποστάκιας, μια απλολογία εν τω γεννάσθαι, 20 Σεπτεμβρίου, 2018
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ισαποστάκης
|
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μανάβης' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -άκης (νέα ελληνικά)
- Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)
- Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)