ισημερινός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ισημερινός ισημερινοί
γενική ισημερινού ισημερινών
αιτιατική ισημερινό ισημερινούς
κλητική ισημερινέ ισημερινοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ισημερινός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ισημερινός αρσενικό

  • νοητή γραμμή στην επιφάνεια της Γης με ίση απόσταση από τον Βόρειο Πόλο και Νότιο Πόλο[1]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]