ισθμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ισθμός ισθμοί
γενική ισθμού ισθμών
αιτιατική ισθμό ισθμούς
κλητική ισθμέ ισθμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ισθμός < αρχαία ελληνική ἰσθμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ισθμός αρσενικό

  1. (γεωγραφία) στενή λωρίδα ξηράς που ενώνει δύο ξηρές και χωρίζει δύο θάλασσες
    μας βολεύει να διανοίγουμε τις διώρυγες σε ισθμούς
  2. (καταχρηστικά) περιοχή στην οποία υπήρχε επώνυμος ισθμός(1) αλλά διανοίχτηκε διώρυγα
    ξεκίνησαν να ανοίγουν διώρυγα στον ισθμό του Σουέζ
  3. (ανατομία) δηλώνει το στενότερο σημείο οποιουδήποτε ιστού
    το στόμα εκτείνεται από τη στοματική σχισμή μέχρι τον ισθμό του φάρυγγα
  4. (αν δεν αναφέρεται συγκεκριμένη τοποθεσία) ο ισθμός της Κορίνθου
    τα διόδια στον ισθμό είναι κλειστά σήμερα

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]