ισλαμισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ισλαμισμός οι ισλαμισμοί
      γενική του ισλαμισμού των ισλαμισμών
    αιτιατική τον ισλαμισμό τους ισλαμισμούς
     κλητική ισλαμισμέ ισλαμισμοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ισλαμισμός < γαλλική islamisme < islam (Ισλάμ) + -isme (-ισμός)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ισλαμισμός αρσενικό

  1. (θρησκεία) το ισλάμ, η ισλαμική πίστη, πίστη και αφοσίωση στον λόγο του Θεού-Αλλάχ μέσα απ' το Ιερό Κείμενο του Κορανίου που συνέγραψε ο προφήτης Μωάμεθ
  2. σύνολο πολιτικών και κοινωνικών αντιλήψεων με αφετηρία την ισλαμική θρησκεία

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]