ισνάφι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ισνάφι τα ισνάφια
      γενική του ισναφιού των ισναφιών
    αιτιατική το ισνάφι τα ισνάφια
     κλητική ισνάφι ισνάφια
όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ισνάφι < τουρκική esnaf < αραβική أصناف (asnāf)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ισνάφι ουδέτερο

  1. (λαϊκότροπο) (παρωχημένο) ο κύκλος των ομοτέχνων, των ανθρώπων που ασχολούνται με την ίδια τέχνη ή το ίδιο επάγγελμα
    Εἶχε φάει ψωμί κ' ἐβγῆκε νά πιῇ δυό τρία κρασιά μέ τό ἰσνάφι (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο)
  2. (μειωτικό) άτομα της ίδιας κοινωνικής ομάδας

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]