ισοδυναμώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ισοδυναμώ < ισοδύναμος

Ρήμα[επεξεργασία]

ισοδυναμώ

  1. είμαι ισοδύναμος.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. ισοδυναμώ ισοδυναμούσα θα ισοδυναμώ να ισοδυναμώ ισοδυναμώντας
β' ενικ. ισοδυναμείς ισοδυναμούσες θα ισοδυναμείς να ισοδυναμείς (ισοδυνάμει)
γ' ενικ. ισοδυναμεί ισοδυναμούσε θα ισοδυναμεί να ισοδυναμεί
α' πληθ. ισοδυναμούμε ισοδυναμούσαμε θα ισοδυναμούμε να ισοδυναμούμε
β' πληθ. ισοδυναμείτε ισοδυναμούσατε θα ισοδυναμείτε να ισοδυναμείτε ισοδυναμείτε
γ' πληθ. ισοδυναμούν(ε) ισοδυναμούσαν(ε) θα ισοδυναμούν(ε) να ισοδυναμούν(ε)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]