ισοπεδωτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ισοπεδωτικός ισοπεδωτική ισοπεδωτικό
γενική ισοπεδωτικού ισοπεδωτικής ισοπεδωτικού
αιτιατική ισοπεδωτικό ισοπεδωτική ισοπεδωτικό
κλητική ισοπεδωτικέ ισοπεδωτική ισοπεδωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ισοπεδωτικοί ισοπεδωτικές ισοπεδωτικά
γενική ισοπεδωτικών ισοπεδωτικών ισοπεδωτικών
αιτιατική ισοπεδωτικούς ισοπεδωτικές ισοπεδωτικά
κλητική ισοπεδωτικοί ισοπεδωτικές ισοπεδωτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ισοπεδωτικός < ισοπεδώνω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ισοπεδωτικός -ή -ό

  1. που ισοπεδώνει, που καταργεί κάθε διαβάθμιση ή διαφορά
  2. που εξουθενώνει έναν αντίπαλο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]