Μετάβαση στο περιεχόμενο

ιστεντίζω

Από Βικιλεξικό

Καππαδοκικά (cpg)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ιστεντίζω < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική استمك (τουρκική istemek αόριστος istedi + -ίζω) < προέλευσης από την πρωτοτουρκική

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /isteˈdizo/

ιστεντίζω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη ιστάχι (όρεξη, διάθεση)