ιστιοδέτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ιστιοδέτης ιστιοδέτες
γενική ιστιοδέτη ιστιοδετών
αιτιατική ιστιοδέτη ιστιοδέτες
κλητική ιστιοδέτη ιστιοδέτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιστιοδέτης < ιστίο + -δέτης (< δένω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ιστιοδέτης αρσενικό

  1. (ναυτικός όρος): το σχοινί με το οποίο τυλίγεται το ιστίο (πανί) μετά την καθαίρεσή του από τον ιστιούχο όπου και τοποθετείται στην ιστιοθήκη για φύλαξη.
    ο ιστιοδέτης των μεγάλων ιστίων έχει μήκος 6 - 7 οργιές.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]