ιστολογικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ιστολογικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική histologique < histologie < αρχαία ελληνική ἱστός (< ἵστημι) + λέγω[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /i.sto.lo.ʝiˈkos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ι‐στο‐λο‐γι‐κός
Επίθετο
[επεξεργασία]ιστολογικός, -ή, -ό
- (ιατρική) που έχει σχέση με την ιστολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή
- ※ Συγκριτική μελέτη της σύνδεσης αυτογενούς οστικού μοσχεύματος με διαφορετικής επεξεργασίας εμφυτεύματα. Ιστολογική μελέτη (Αλέξανδρος Βέης, Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών, ΑΠΘ, 2002 )
Συγγενικά
[επεξεργασία]- ιστολογικώς
- → δείτε τις λέξεις ιστολογία, ιστός και λέγω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ιστολογικός
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ιστολογικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα ιστο- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)