ιστός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ιστός ιστοί
γενική ιστού ιστών
αιτιατική ιστό ιστούς
κλητική ιστέ ιστοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιστός < αρχαία ελληνική ἱστός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ιστός αρσενικό

  1. (ανατομία) σύνολο όμοιων κυττάρων που έχουν όλα την ίδια λειτουργία
  2. (ναυτικός όρος) το κατάρτι
  3. ιστός της αράχνης: λεπτό μεταξένιο δίχτυ που πλέκεται από αράχνη και μέσα του παγιδεύονται έντομα

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]