ιστός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ιστός ιστοί
γενική ιστού ιστών
αιτιατική ιστό ιστούς
κλητική ιστέ ιστοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ιστός < αρχαία ελληνική ἱστός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ιστός αρσενικό

  1. (ανατομία) σύνολο όμοιων κυττάρων που έχουν όλα την ίδια λειτουργία
  2. (ναυτικός όρος) το κατάρτι
  3. ιστός της αράχνης: λεπτό μεταξένιο δίχτυ που πλέκεται από αράχνη και μέσα του παγιδεύονται έντομα

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]