ιστός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | ιστός | οι | ιστοί |
| γενική | του | ιστού | των | ιστών |
| αιτιατική | τον | ιστό | τους | ιστούς |
| κλητική | ιστέ | ιστοί | ||
| Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||


Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ιστός < αρχαία ελληνική ἱστός
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /isˈtos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ισ‐τός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ιστός αρσενικό
- (ανατομία) σύνολο όμοιων κυττάρων που έχουν όλα την ίδια λειτουργία
- ※ Η ποβιδόνη είναι μια ιωδιοφόρος αντισηπτική ουσία από την οποία το ιώδιο απελευθερώνεται με βραδύ ρυθμό στους ιστούς (Δελτίον της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας, Τόμος 56, Ελληνική Κτηνιατρική Εταιρεία, 2005, σελ. 169)
- (ναυτικός όρος) το κατάρτι
- ιστός της αράχνης: λεπτό μεταξένιο δίχτυ που πλέκεται από αράχνη και μέσα του παγιδεύονται έντομα
- (διαδίκτυο) όλες οι διασυνδέσεις μεταξύ των κόμβων (nodes) του διαδικτύου (internet)
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ανατομία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ναυτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Διαδίκτυο (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)