ισχιακός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ισχιακός < ελληνιστική κοινή ἰσχιακός < αρχαία ελληνική ἰσχίον
Με τον αριθμό 7 τα ένα ισχιακό οστό της λεκάνης

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ισχιακός, -ή, -ό

  1. σχετικός με τα ισχία

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]