ισχυρισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ισχυρισμός ισχυρισμοί
γενική ισχυρισμού ισχυρισμών
αιτιατική ισχυρισμό ισχυρισμούς
κλητική ισχυρισμέ ισχυρισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ισχυρισμός < ισχυρίζομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ισχυρισμός αρσενικό

  • πρόταση με την οποία ισχυρίζομαι κάτι
    • κατηγορία που εκτοξεύεται εναντίον κάποιου
      Διαψεύδει τους ισχυρισμούς των περιβαλλοντικών οργανώσεων για σκάνδαλο με μεταλλαγμένο βαμβάκι το υπουργείο Γεωργίας.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]