ισχυρογνώμων

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ισχυρογνώμων /
ισχυρογνώμονας
ισχυρογνώμων ισχυρογνώμον
γενική ισχυρογνώμονος /
ισχυρογνώμονα
ισχυρογνώμονος ισχυρογνώμονος
αιτιατική ισχυρογνώμονα ισχυρογνώμονα ισχυρογνώμον
κλητική ισχυρογνώμων ισχυρογνώμων ισχυρογνώμον
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ισχυρογνώμονες ισχυρογνώμονες ισχυρογνώμονα
γενική ισχυρογνωμόνων ισχυρογνωμόνων ισχυρογνωμόνων
αιτιατική ισχυρογνώμονες ισχυρογνώμονες ισχυρογνώμονα
κλητική ισχυρογνώμονες ισχυρογνώμονες ισχυρογνώμονα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ισχυρογνώμων < αρχαία ελληνική ἰσχυρογνώμων

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ισχυρογνώμων, -ων, -ον

  1. που συνηθίζει να υποστηρίζει επίμονα τις απόψεις του επιδεικνύοντας αδιαλλαξία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]