ισχυροποιώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἰσχυροποιῶ

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ισχυροποιώ < (λόγιο) ελληνιστική κοινή ἰσχυροποιῶ, συνηρημένος τύπος του ἰσχυροποιέω. Συγχρονικά αναλύεται σε ισχυρ(ός) + -ο- + -ποιώ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.sçi.ɾɔ.piˈɔ/
συλλαβισμός: ι‐σχυ‐ρο‐ποι‐ώ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ισχυροποιώ, αόρ.: ισχυροποίησα, παθ.φωνή: ισχυροποιούμαι, π.αόρ.: ισχυροποιήθηκα, μτχ.π.π.: ισχυροποιημένος

  • κάνω κάτι ισχυρό, ενισχύω
    οι κινήσεις ισχυροποιούν τη θέση της εταιρίας στην αγορά

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]