ισχυρώς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ισχυρώς < αρχαία ελληνική ἰσχυρῶς

Επίρρημα[επεξεργασία]

ισχυρώς