ισχύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ισχύω < αρχαία ελληνική ἰσχύω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ισχύω (αδόκιμο για έμψυχα)

  1. έχω ισχύ, παρέχω τη δυνατότητα, έχω κύρος, είμαι έγκυρος
    ισχύει η συμφωνία, η συνθήκη, το εισιτήριο, ο νόμος
  2. αληθεύω
    Αυτά που λες δεν ισχύουν, σου είπε ψέματα ο προϊστάμενος

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]